Στις μέρες μας υπάρχει μια έντονη αμφισβήτηση σ’ ότι αφορά το ρόλο των πολιτικών και της πολιτικής. Αυτή γενικά η ιδέα κυριαρχεί και στο μεγαλύτερο μέρος της νεολαίας. Γιατί βλέπει ότι οι πολιτικοί με τους μύδρους που εξαπολύουν εναντίον των αντιπάλων τους από τα μπαλκόνια και με τη συνεχή υποσχεσιολογία τους δεν προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα και τις ανησυχίες του νέου ανθρώπου.
Το έργο μιας τετραετίας είναι συνήθως προεκλογικό και θέτει τις βάσεις για την επόμενη τετραετία. Αυτή η αμφισβήτηση όμως τελειώνει χρονικά όταν ο νέος «τακτοποιηθεί» σε μια θέση. Και η δικαιολογία σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι «έτσι είναι το σύστημα». Αυτό που αμφισβητούνταν λίγο πιο πριν. Έτσι οι νέοι μεγαλώνουν μ’ αυτή τη νοοτροπία, ζουν καθημερινά μ’ αυτή και είναι αναμενόμενο η επόμενη γενιά να κάνει ακριβώς τα ίδια.
Εδώ πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι «λάβαρο» των καλύτερων ημερών έχει γίνει η λιγότερη δουλειά. Να ζούμε καλά χωρίς να παράγουμε. Και όταν μας ενοχλούν και μας ζητούν να δουλέψουμε, διαρρηγνύουμε τα ιμάτια μας, μιλάμε για «κεκτημένα» δικαιώματα και τέλος πάντων φταίνε οι πολιτικοί. Αυτοί κυβερνούν και αυτοί να βρούνε τρόπους ώστε μια μηχανή να κόβει και να μοιράζει χρήματα.
Μα οι κυβερνώντες δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μικρογραφία του κοινωνικού συνόλου. Και φταίνε στο σημείο που δεν αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος να πάρουν κάποια μέτρα που ναι μεν θα βρει αντίθετη την πλειοψηφία του συνόλου αλλά θ’ αποδώσουν μακροπρόθεσμα.
Όλος αυτός ο φαύλος κύκλος των «εξυπηρετήσεων» και των οργανωμένων συμφερόντων των συντεχνιών έχει τη ρίζα του, στην Παιδεία και ιδιαίτερα στην πολιτική Παιδεία. Εδώ μεγάλοι και μικροί θεωρούν πως η ένταξη ενός νέου σε μια πολιτική οργάνωση προσφέρει τα κατάλληλα ερεθίσματα για ν’ αναπτύξει μια πολιτική δραστηριότητα που συμβαδίζει με τη νεανική ορμητικότητα.
Υποτίθεται βέβαια ότι οι πολιτικές οργανώσεις υπάρχουν για ν’ αλλάξουν σταδιακά το αύριο. Ο νέος που συμμετέχει σ’ αυτές φυσιολογικά αυτό επιδιώκει και πρέπει να επιδιώκει. Δυστυχώς όμως η συμμετοχή του αυτή συνεπάγεται την εξαργύρωση μιας θέσεως αργότερα, μιας καρέκλας όπου θα πληρώνεται για να κάθεται. Άρα ο φαύλος κύκλος επανέρχεται.
Καμιά ελπίδα δεν υπάρχει ν’ αλλάξει το σύστημα! Η ίδια η νοοτροπία το τροφοδοτεί και το αναπαράγει. Γιατί πολιτική παιδεία δεν είναι να κρατάς μια πλαστική σημαία ή να κολλάς αφίσες. Ούτε να ξέρεις τις θέσεις του κόμματός σου απέξω.
Πολιτική σημαίνει την ικανότητα να συζητάς με επιχειρήματα, να πείθεις και να πείθεσαι. Όμως αυτό προϋποθέτει στοχασμό και αντίστροφα προάγει τον στοχασμό. Ο διάλογος είναι το συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας. Εκτός και αν δεν θέλουμε να έχουμε δημοκρατία. Γιατί συχνά επικαλούμαστε τη δημοκρατικότητά μας για να καλύψουμε κάποιες αντιδημοκρατικές πράξεις μας.
Αξίζει να γίνει μια παρέμβαση εδώ σχετικά μ’ ένα φαινόμενο που παρατηρείται. Κάθε φορά που γίνονται εκλογές, η νίκη ενός κόμματος κρίνεται από τους αναποφάσιστους. Αυτοί θεωρούνται ως οι πιο δημοκρατικοί και πολιτικά ώριμοι γιατί δεν έχουν παρωπίδες, κλπ.
Μα αυτοί ακριβώς είναι οι πιο πολιτικά ανώριμοι, είναι οι καιροσκόποι που τρέχουν κοντά στον ισχυρό, διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο, καταπατώντας κάθε έννοια δημοκρατίας και αξιοκρατίας.
Ο κίνδυνος λοιπόν δεν βρίσκεται μόνο στους πολιτικούς αλλά δίπλα μας, στους ανθρώπους που δεν λογαριάζουν τίποτα μπροστά στο συμφέρον. Οι πολιτικοί απλώς εκτελούν τις εντολές αυτής της μειοψηφίας που παρασύρει την πλειοψηφία. Βέβαια και αυτοί που μένουν σταθεροί δεν είναι κατ’ ανάγκη άδολοι και αγνοί.
Ενδεχομένως να έχουν συνδέσει τα συμφέροντά τους με την πολιτική ομάδα στην οποία ανήκουν. Πολύ λιγότεροι είναι οι ιδεολόγοι που η φωνή τους πνίγεται μπροστά στην λαϊκή επιταγή του “βολέματος”. Μια προσέγγιση στο θέμα αυτό είναι δυνατή, ίσως μονόπλευρη αλλά δυνατόν να γίνει. Όλα ξεκινούν από την παιδεία.
Είναι χαρακτηριστικό πως η λεγόμενη λαϊκή παιδεία είναι καταρχήν ένα σωστό αίτημα μ’ όλες τις κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις που περικλείει. Αυτή όμως η λαϊκή Παιδεία, κατάργησε την πνευματική άμιλλα μεταξύ των νέων, έκανε το αίτημα για ισότητα να λειτουργεί σαν ισότητα προς τα κάτω και άφησε το προνόμιο της μεγάλης μόρφωσης στα ανώτερα στρώματα. Για παράδειγμα ελάχιστο ποσοστό διαβάζει πολιτική εφημερίδα σε σχέση πάντα με το σύνολο.
Ακόμη πιο ελάχιστο λογοτεχνία και απειροελάχιστο ποσοστό διεκδικεί μια κάποια ποιότητα στο θέαμα, στη μόρφωση, στη διασκέδαση. Και μας ενοχλεί όταν βλέπουμε τον άλλο να προοδεύει και τον θεωρούμε “αντιδραστικό”. Πρέπει να είμαστε όλοι ίσοι. Αυτή η λογική εμπίπτει και τροφοδοτεί την σημερινή ηθική κρίση.
Τα ηθικό πρότυπα που υπήρχαν παλιότερα και για τα οποία αγωνίζονταν οι πολίτες θεωρούνται σήμερα ξεπερασμένα από αυτούς που δεν είχαν καμιά συμμετοχή στο να ξεπεραστούν τα πρότυπα αυτά. Έτσι αβασάνιστα και ανεύθυνα υιοθετούμε τις απόψεις που μας βολεύουνε κάνοντας ταυτόχρονα τον έξυπνο χωρίς να έχουμε την κατάλληλη παιδεία πράγμα το οποίο δεν είναι καθόλου έξυπνο.
Είναι ανάγκη ο καθένας να πραγματοποιήσει το δικό του ποιοτικό άλμα. Γιατί δεν μπορεί ο πολίτης να θέλει να ζει σε δημοκρατικό καθεστώς και η νοοτροπία του να είναι φασιστική. Να ζητά και να παίρνει από τους άλλους χωρίς να προσφέρει. Να κρίνει, χωρίς να κάνει αυτοκριτική.
Τα αγαθά της δημοκρατίας τα απολαμβάνουμε όταν επιβάλλουμε στον εαυτό μας ένα συνειδητό, υπεύθυνο, ηθικό αυτοπεριορισμό. Στο κάτω, κάτω πολίτες χωρίς ήθος δεν μπορούν να κάνουν πολιτική ούτε να αναδείξουν πολιτικούς με ήθος.
Στις μέρες μας πόσοι γνωρίζουν τους ‘Έλληνες ποιητές που βραβεύτηκαν με Νόμπελ και πόσοι τους απατεώνες που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μάλιστα θεωρούνται πρότυπα εξυπνάδας;
Με το να ζούμε με ψεύτικα πρότυπα μεταθέτουμε τα προβλήματα για το αύριο, συσσωρεύονται αβάστακτα βάρη κυρίως κοινωνικά. Και θα φτάσουμε στο σημείο να ζητήσουμε την παρουσία κάποιου φωστήρα για να μας λύσει με τον πιο αντιδημοκρατικό τρόπο τα προβλήματα μας.
Η πιο αυταρχική εξουσία τότε θα οικοδομηθεί με τη συγκατάθεση ή την ανοχή του λαού. Όταν τα πράγματα θα έχουν ξεφύγει από το δρόμο τους ο λαός θα αισθανθεί την ανάγκη κάποιας πειθαρχίας και τότε θα παρουσιαστούν οι «εθνοσωτήρες».
Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει ένας ορθολογικός προσανατολισμός στην παιδεία γιατί κάτω από το εύηχο σύνθημα της ισότητας, στην κορυφή αναδεικνύονται τυχοδιώκτες και κοινωνικό περιτρίμματα που καθοδηγούν και τους πολλούς.
Συντρέχουν όμως πράγματι αυτοί οι λόγοι που θα οδηγήσουν στην επανάσταση; Και τι είναι επανάσταση;
Σήμερα έχει ταυτισθεί με την ανατροπή του κατεστημένου. Και όταν πέσει αυτό το κατεστημένο φυσικό κάποιο άλλο κατεστημένο θα πάρει τη θέση του. Αυτό δείχνει την πνευματική σύγχυση που μας διακατέχει σχετικό με το τι θέλουμε. Και βέβαια δεν πρέπει ν’ αρκούμαστε σ’ αυτά στα οποία έχουμε προχωρήσει αλλά όχι να τα ξεριζώσουμε όλα από μέσα μας στο όνομα μιας καινούριας ζωής που ξαφνικά θα ανακαλύψουμε.
Η κάθε εποχή έχει και την επανάστασή της αλλά καμιά εποχή δεν μπορεί να είναι το τέρμα μιας ολοκληρωτικής επανάστασης όπου όλα θα είναι ιδανικά. Βέβαια αυτό είναι το επιθυμητό. Άλλο πράγμα όμως το επιθυμητό και άλλο το εφικτό ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε εποχής.
Και όσοι μιλούν για το εφικτό εδώ και τώρα απλώς ικανοποιούν και συμπληρώνουν την άγνοιά τους με την αυταρέσκεια. Είναι πολύ εύκολο από την καρέκλα μας να εκτοξεύουμε απειλές αλλά όταν μας ζητήσουν δημόσια τη γνώμη μας ψελλίζουμε με ανευθυνότητα ασύνδετα πράγματα.
Βασικό μας πιστεύω δηλαδή είναι ότι «το όριο του τι επιτρέπεται είναι το όριο του τι είναι ωφέλιμο».
Αλλά για ποιόν ωφέλιμο;
Μήπως για το κοινωνικό σύνολο όπως θα ταίριαζε;
‘Όχι τι είναι ωφέλιμο για μας.
Άλλωστε γι’ αυτό το λόγο η μεγάλη μάζα χειροκρότησε και επιδοκίμασε το κάθε καθεστώς που πέρασε από αυτόν τον τόπο. Αυτοί που βολεύονταν χθες με το ανελεύθερο καθεστώς και συνέτρωγαν, σήμερα είναι οι φανατικότεροι κήρυκες της ελευθερίας.
Και ο πολύς λαός δεν αντιδρά γιατί κατά βάθος και εκείνος αναγνωρίζει τις ευθύνες του παρελθόντος στον εαυτό του. Και η πορεία μας κατά τα άλλα συνεχίζεται ένδοξα, με τα μπαλκόνια των πολιτικών και τις επευφημίες του λαού.
Τα αίτια αυτής της ανορθόδοξης πορείας μπορούν να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη μέτρου που διέπει τις σχέσεις των πολιτικών με το λαό. Από τους πολιτικούς μας έλειψε ο σεβασμός προς το λαό και από το λαό ο σεβασμός προς την πολιτική.
Παλιότερα οι σχέσεις λαού - πολιτικών ήταν σχέσεις φόβου ενώ τα τελευταία χρόνια γίνονται σχέσεις συναλλαγής. Έτσι λαός και πολιτικοί αλληλοδιαφθείρονται. Σημασία δεν έχει το ποιος βλάπτει ποιόν. Σημασία έχει ότι και οι δύο βλάπτουν την Ελλάδα εξίσου.
Β.Μ.