Τις τελευταίες ημέρες γινόμαστε μάρτυρες της απαισιοδοξίας και του “πανικού” που φέρνει στους ξενοδόχους και γενικότερα σε όλους όσους ασχολούνται με τον τουρισμό η φετινή τουριστική μείωση, σε σημείο του να προβλέπουν οτι έρχονται τα… χειρότερα για τον τουρισμό.
Κάνουν λόγο για κάθετη πτώση στις διανυκτερεύσεις με πελάτες του… 4ήμερου, για μείωση των εσόδων, της τάξεως του 35-40% για όλο το καλοκαίρι. Το κυριότερο, δε, είναι οτι αποδίδουν αυτή την κατάσταση στην παγκόσμια οικονομική κρίση, την ύπαρξη άλλων φθηνότερων προορισμών, την έλλειψη υποδομών έργων και ποιοτικής αναβάθμισης.
Η ανάπτυξη, όμως, ενός τουριστικού προορισμού έχει αποτελέσει, για όσους δεν το γνωρίζουν, το αντικείμενο πολλών ερευνών από ειδικούς που ασχολούνται με το τουριστικό μάρκετινγκ σε τοπικό, εθνικό ακόμη και διεθνές επίπεδο. Το ερώτημα, όμως, που ίσως δεν απασχολεί όσους εμπλέκονται με το θέμα τουρισμός είναι το “πώς αναπτύσσεται ένας τουριστικός προορισμός;” ή “ποιες είναι οι παράμετροι που προσδιορίζουν την εξέλιξη ενός τόπου ως ολοκληρωμένου προορισμού διακοπών και αναψυχής;”
Θεωρητικά, κάθε τόπος μπορεί να εξελιχθεί σε “τουριστικό” προορισμό. Ψάχνοντας κανείς στο διεθνές τουριστικό μάρκετινγκ ανάπτυξης προορισμών θα βρεί πολλά παραδείγματα τόπων που αναπτύχθηκαν χωρίς να διαθέτουν κάτι ιδιαίτερο ή σημαντικό. Όμως για να αναπτυχθεί ένας τόπος τουριστικά λογικό είναι να διαθέτει κάποιο ή κάποια πρωτογενή στοιχεία όπως το φυσικό του περιβάλλον, η ιστορία του, η παράδοσή του, το κλίμα του και η Ζάκυνθος σίγουρα τα διαθέτει, για να μην πούμε τα διέθετε.
Ανεξάρτητα από το ποιο ή ποια είναι τα πρωτογενή στοιχεία τουριστικής ανάπτυξής του, κάθε τόπος που επιδιώκει την τουριστική του αξιοποίηση, απαιτείται να προσδιορίσει τη στρατηγική της ανάπτυξης σε συγκεκριμένους παράγοντες και με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Πρώτον την ανάπτυξη της υλικοτεχνικής υποδομής ενός τόπου που περιλαμβάνει τους σημαντικούς τομείς των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, του εκσυγχρονισμού των δημόσιων οργανισμών και φορέων. Στην απλή γλώσσα θα έλεγε κανείς στην ύπαρξη καλών αστικών συγκοινωνιών, ιατρικών κέντρων, σωστής σήμανσης στους δρόμους, σύγχρονα κτίρια δημοσίων υπηρεσιών, καθαροί δρόμοι και πεζοδρόμια, σωστή ρυμοτομία, επαρκής φωτισμός το βράδυ, δημιουργία αίσθησης ασφάλειας, κ.α.
Δεύτερον, την ανάπτυξη εξειδικευμένων υποδομών τουρισμού που περιλαμβάνει την ανάπτυξη επαρκών και σύγχρονων ξενοδοχειακών μονάδων, εστιατορίων, τουριστικών γραφείων, καταστημάτων τουριστικών ειδών, επιχειρήσεων ενοικίασης αυτοκινήτων, κλπ.
Η ανάπτυξη των τουριστικών δομών λογικά έπεται της ανάπτυξης των τεχνικών υποδομών ενός τόπου. Η αντίστροφη εξέλιξη οδηγεί στην άναρχη ανάπτυξη που δημιουργεί προβληματικούς τουριστικούς προορισμούς οι οποίοι στο μέλλον αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια περαιτέρω ανάπτυξης.
Τρίτον την ανάπτυξη της τουριστικής συνείδησης των κατοίκων του τόπου σε ΟΛΑ τα επίπεδα: των απλών κατοίκων, των επαγγελματιών και φυσικά των επιχειρηματιών και των εργαζομένων στις τουριστικές επιχειρήσεις.
Η τουριστική συνείδηση δεν είναι τίποτα άλλο από την αποδοχή της αντίληψης ότι η κοινωνία ζει από τον τουρισμό και ως εκ τούτου η συμπεριφορά των κατοίκων προσαρμόζεται στις ανάγκες της τουριστικής ζήτησης.
Αυτό πρακτικά σημαίνει αυξημένη ευγένεια στους ξένους επισκέπτες - όχι μόνο μέσα στα ξενοδοχεία ή το σέρβις στα εστιατόρια- αλλά παντού, μέσα στο αστικό λεωφορείο, στο σούπερ μάρκετ, στην Τράπεζα, το Ταχυδρομείο, το Νοσοκομείο.
Τέταρτον στην ύπαρξη δομών τουριστικής εκπαίδευσης. Είναι σαφές ότι σε προορισμούς όπου λειτουργούν τουριστικές σχολές το επίπεδο των υπηρεσιών είναι υψηλό. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η δημιουργία τουριστικής συνείδησης δεν συντελείται μόνο μέσα στις τουριστικές σχολές.
Η τουριστική συνείδηση πρέπει να καλλιεργείται στα σχολεία του τόπου, από τις μικρές ηλικίες, και κύρια από τις ηλικίες των 14-15 ετών. Τα προγράμματα που στοχεύουν στην ανάπτυξη της τουριστικής συνείδησης νέων ξεκινούν από δραστηριότητες που σχετίζονται με την αγάπη και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ενός τόπου και την ανάπτυξη περιβαλλοντολογικής συνείδησης.
Παράλληλα, μέσα από τα μαθήματα πρέπει να διδάσκεται η διαπολιτιστική επικοινωνία, η κατάργηση της ξενοφοβίας και η ανάλυση των πλεονεκτημάτων που προσφέρει ο τουρισμός στον τόπο. Συμπληρωματικά με τα παραπάνω φαίνεται η αναγκαιότητα της συνεχούς δια βίου επιμόρφωση των επαγγελματιών του τουρισμού βοηθά σημαντικά την ανάπτυξη ενός τουριστικού προορισμού καθ’ ότι οι επαγγελματίες αυτοί αποτελούν την “πρώτη γραμμή” επικοινωνίας και εξυπηρέτησης των ξένων επισκεπτών.
Έχει αποδειχθεί ότι η γενική “τουριστική εικόνα” ενός προορισμού σχηματίζεται τόσο από τον επαγγελματισμό του προσωπικού των επιχειρήσεων φιλοξενίας όσο και την εν γένει συμπεριφορά των κατοίκων του τουριστικού τόπου. Γεγονός που οδηγεί συχνά στο φαινόμενο οι υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια ενός τόπου να υποβαθμίζονται από ελλείψεις στις υλικοτεχνικές υποδομές ή στην έλλειψη τουριστικής συνείδησης των κατοίκων της τοπικής κοινωνίας που τα περιβάλλουν. Φανερά παραδείγματα έλλειψης τουριστικής παιδείας αποτελούν τα κρούσματα κερδοσκοπίας, ρατσισμού, και φυσικά τα κρούσματα χλευασμού των ξένων.
Η τουριστική ανάπτυξη δεν είναι έργο που εξαρτάται από τους παράγοντες που συνθέτουν μόνο την τουριστική υποδομή. Είναι υπόθεση όλων όσων ζούν και αναπνέουν στον τόπο που θέλει να αναπτυχθεί τουριστικά και να αξιοποιήσει τα τουριστικά του πλεονεκτήματα. Επίσης, η τουριστική ανάπτυξη απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, σωστή στοχοθέτηση, προγραμματισμό, δημιουργικότητα, σύγχρονη τουριστική τεχνογνωσία, οργανωμένες συνέργειες, ευελιξία και κυρίως αγάπη για τον τόπο και την εξέλιξή του.
Τέλος, η τουριστική ανάπτυξη ενός τόπου εξαρτάται κυρίως από το επίπεδο του πολιτισμού των κατοίκων του.
Από την τουριστική του συνείδηση, την κοινωνικότητά του και την έμφαση που δείχνει στη διαπολιτιστική του επικοινωνία.
Μόνο έτσι θα σταματήσει να μας τρομάζει ο τουρισμός!!! Διαφωνείτε;;;
B.M.